Angelos Sikelianos / Άγγελος Σικελιανός

Angelos Sikelianos

Angelos Sikelianos

Angelos Sikelianos (28 March 1884 – 19 June 1951) was a Greek lyric poet and playwright. He wrote on national history, religious symbolism, and universal harmony in poems such as The Light-Shadowed, Prologue to Life, Mother of God, and Delphic Utterance. His plays include Sibylla, Daedalus in Crete, Christ in Rome, The Death of Digenis, The Dithyramb of the Rose and Asklepius. He was the first twentieth-century Greek poet nominated for the Nobel Prize in Literature. (from Wikipedia) Ο Άγγελος Σικελιανός (14 Μαρτίου 1884 – 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.(Από τη Βικιπαίδεια)
Because deep down inside I glorified
-Angelos Sikelianos

Because deep down inside I glorified and had faith in the earth
and to escape I did not spread my secret wings,
but wholly rooted my mind in silence,
there is where once again in my thirst leaps the source,
the source of life, dancing source, source my joy. . .

Because I never considered the when or the how,
but sunk my thought deep inside each hour,
as if inside it was hidden the measureless goal and melody,
now, whether it is summertime around me or tempest,
it shines, the moment, roundly in my mind as a quince,
it rains from the depths of the sky and inside me the fruit!…

Because I did not say: “here life begins, here it ends…”
but “if the day is rainy, it drags with it a richer light…
and even the earthquake lays deeper foundations for building,
that the living heartbeat of the earth which creates is hidden…”
there, whatever ephemeral stands, dissolves again like clouds
there, great Death became a brother to me!…

(translation: Eva Johanos)

Γιατὶ βαθιά μου δόξασα
-Άγγελος Σικελιανός

Γιατὶ βαθιά μου δόξασα καὶ πίστεψα τὴ γῆ
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερά μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρά μου…

Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πάσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός,
νὰ τώρα πού, ἡ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ᾿ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ᾿ τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!…

Γιατὶ δὲν εἶπα: «ἐδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει…»
μὰ «ἂν εἶν᾿ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς…
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφός…»
νὰ πού, ὅ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!…

Yannis Keats
- Angelos Sikelianos

A branch, the hand of Apollo,
The plane tree’s polished, broad bough,
Spread above you, may it bring you
The universe’s immortal peace.

You’d meet me on the broad and shining shore
Of Pylos, so I’d planned,
With Mentor’s tall ship pulled up on the beach
Snug in the sand.

We would be bound, as those who sailed with the gods,
In the winged friendship of youth,
And would take our seats in the stone thrones that Time
And custom had made smooth

And meet that man who still in the third generation
Reigned serene, a sage
Whose tales of travels and holy decrees had ripened
In his mind with age—

At dawn, we’d attend the sacrifice to the gods,
The ritual slaughters
Of the three-year-old heifers, and hear the single cry
That rose from his three daughters

When the axe thwacked, and the black-fringed, slow-rolling eye
Drowned in a swoon
Of darkness, and the gilt horns were rendered idle,
A hazy half moon.

My love imagined you, as a sister her brother,
In your virginal bath,
How Polycaste rinsed your naked body and dressed you
In a robe of fine cloth.

I thought to prod you a little with my foot
As dawn was about to break:
The gleaming chariot’s yoked for us and ready.
No time to lose! Awake!

And to spend all day in the talk that comes and goes,
Or silence, when no one spoke,
While we drove the horses who were always leaning one way
Or another against the yoke,

But most of all I wanted to see your eyes,
Your deer-like eyes, behold
The palace of Menelaus, and forget themselves
In bronze and the gleam of gold,

Unwavering gaze, sinking the sight so deep,
You’d never remember
The figured silver, the ivory, gilded or white,
The heavy amber,

And I thought that I would say in a hushed voice
Leaning close to your ear,
Watch out, my friend, because in a moment, soon,
Helen will appear

Before our very eyes, the one and only
Daughter of the Swan,
And then we will sink our eyelids in the river
Of Oblivion.

So brightly I saw you; but what grassy roads
Have led me to your tomb!
And the blazing roses with which I strew your grave
And make all Rome abloom,

Light the way unto your golden songs
As though they were the brave,
Armed bodies that turn to dust before one’s eyes
In an ancient, new-breached grave,

And all the worthy treasure of Mycenae,
The golden plunder
I thought to lay before you—goblet, sword,
And diadem—past wonder,

A mask on your dead beauty like the mask
That covered the face
Of the king of the Achaeans—all gold, all artifice,
Hammered upon Death’s trace.

translation: A.E. Stallings

Γιάννης Κητς

“Κλώνος του Απόλλωνα το χέρι,
πλατάνου κλώνος λείος και τροφαντός,
απλωμένος επάνω σας να φέρει
την αμβροσία, γαλήνη του παντός.”

Στης Πύλου τον πλατύ γιαλό το φωτεινό, στοχαζόμουν
να φτάνεις συντροφιά μου,
με το καράβι τ’ αψηλό του Μέντορα, αραγμένο αργά
στην αγκαλιά της άμμου.

Δεμένοι με των εφήβων, που πέτονται με τους θεούς,
φτερουγιαστή φιλία,
προς τα θρονιά να βαίνομε τα πέτρινα, οπού ο καιρός
κι’ ο λαός εκάμαν λεία,

τον άντρα ν’ αντικρύσουμε, που και στην τρίτη γενεάν
ατάραχα εκυβέρνα,
και για ταξίδια ο λόγος του και γι’ άγιες γνώμες μέστωνε
στα φρένα, όσον εγέρνα.

Στης τριέτικης προς τους θεούς δαμάλας να βρεθούμε, αυγή,
και τη θυσία παρέκει,
ν’ ακούσουμε τη μια κραυγή που σύρανε οι τρεις κόρες του
σα βούισε το πελέκι,

την αργογύριστη ματιά, τη μαυροτσίνορη, άξαφνα
στα σκότη πνίγοντάς τη,
με των κεράτων άνεργο το μισοφέγγαρο το αχνό,
περίχρυσο που επλάστη.

Τ’ απάρθενό σου το λουτρό σαν αδερφή τον αδερφό
η αγάπη μου λογιάστη,
σύντας γυμνό θα σ’ έλουζε και μ’ όμορφο θα σ’ έντυνε
χιτώνα η Πολυκάστη.

Να σε ξυπνώ, στοχάζομουν, με το ποδάρι σπρώχνοντας,
σύντας αυγή χαράξει,
την ώρα να μη χάνομε, ζεμένον αφού προσδοκάει
το φωτεινόν αμάξι’

κι’ ολημερίς με τη σιωπήν ή με το λόγο τον απλόν,
οπού έρχεται και πάει,
να κυβερνάμε τ’ άλογα, οπού όλο σειούνε το ζυγό
στόνα και στ’ άλλο πλάι.

Μα πιότερο εστοχάζομουν, σύντας τα μάτια σου τα δυο,
που τάχες σαν αλάφι,
στου Μενελάου τα δώματα θ’ αποξεχνιώνταν στο χαλκό
και στο λαμπρό χρυσάφι

και θα τηράγανε άσειστα, βυθίζοντας τα σε βυθόν
αγύριστο στη μνήμη,
τα κεχριμπάρια τα βαριά, το φλώρο ή τ’ άσπρο φίλντισι,
το ιστορισμένο ασήμι.

Στοχάζομουν, σα σκύβοντας στ’ αυτί θα σούλεγα μ’ αργή
φωνή χαμηλωμένη:
“Κράτει τα μάτια σου, ω καλέ, γιατί σε λίγο θα φανεί
στα μάτια μας η Ελένη,

αγνάντια μας θα να φανεί του Κύκνου η κόρη η μοναχή,
σε λίγο, εδώ μπροστά μας,
και τότε πια βυθίζουμε στον ποταμό της Λησμονιάς
τα βλέφαρά μας”.

Έτσι μου ανάφαινες λαμπρός, όμως ποιοι μ’ έφεραν σε σε
χορταριασμένοι δρόμοι!
Τα πύρινα εκατόφυλλα που σόστρωσα στον τάφο σου,
κι’ ανθεί για σένα η Ρώμη,

μου δείχτουνε τα ολόχρυσα τραγούδια σου, σαν τα κορμιά
που αδρά κι’ αρματωμένα
σε τάφο αρχαίο πρωτάνοιχτο κυττάς τα ακέρια κι’ ως κυττάς
βουλιάζουνε χαμένα -

κι’ όλο τον άξιο θησαυρό το Μυκηναίο, που λόγιαζα
να πίθωνα μπροστά σου,
τα κύπελλα και τα σπαθιά και τα πλατιά διαδήματα -
και στη νεκρή ομορφιά σου

μια προσωπίδα ωσάν αυτή που σκέπασε των Αχαιών
το βασιλιά αποκάτου,
ολόχρυση και ολότεχνη, πελεκητή με το σφυρί
στο αχνάρι του θανάτου!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>