Odysseas Elytis / Οδυσσέας Ελύτης

Odysseas Elytis (1911-1996)

Odysseas Elytis (1911-1996), the poet of the Aegean Sea and the Greek spirit. A recipient of the 1979 Nobel Prize for Literature, an internationally acclaimed poet considered among the foremost Greek literary figures of the twentieth century, Elytis celebrated the splendours of nature while affirming humanity’s ability to embrace hope over despair. Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) , ο ποιητής του Αιγαίου και του ελληνικού πνεύματος. Ο λεκτικός του πλούτος δεν έχει ταίρι στα νεότερα γράμματά μας. Η θάλασσα, ο ουρανός, το άφθαρτο γαλάζιο, το Αιγαιοπελαγίτικο όνειρο, ο ήλιος κι ο έρωτας είναι τα κεντρικά στοιχεία που προβάλλονται κι εξυμνούνται σε όλα τα ποιήματά του. 
Αλλά ο Ελύτης δεν είναι μόνο ένας φυσιολάτρης, είναι κι ένας θερμός πατριώτης. Ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Ελύτης θα παραμείνει ως ο ποιητής του ελληνισμού, αφού αυτός τον έφτασε στην πιο τέλεια του μορφή. Το 1979 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του “Άξιον εστί”.
“This flower of the flood and, do you hear me-
Of love-
Once and for all we cut it
And it is not possible for it to bloom otherwise, do you hear me-
On another earth, on another star, do you hear me-
It does not exist, the soil, it does not exist, the air
That we touched, the same, do you hear me-
And no gardener had such good fortune in other times
From so great a winter and from so many northern winds, do you hear me-
To throw out a flower, only we, do you hear me-
In the middle of the sea
From only the desire of love, do you hear me-
We lifted up the whole island, do you hear me-
With caverns and caves and blooming cliffs
Listen, listen
Who speaks to the waters and who weeps- do you hear
Who searches for the other, who cries out- do you hear?
I am the one who cries out and I am the one who weeps, do you hear me
I love you, I love you, I love you

(Odysseas Elytis,
from the “Monogram”)
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
‘Ακου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Ειμ’ εγώ που φωνάζω κι ειμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

(ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ,
από το “Μονόγραμμα”)

An extract from ‘Axion Esti [Worthy It Is]‘ , the poetic masterpiece of our nobelist, Odysseas Elytis, composed by Mikis Theodorakis.

Lyrics: Odysseas Elytis
Music: Mikis Theodorakis
vocals: Andreas Kouloumpis

Temples in the shape of the sky
and beautiful girls
with the grape in their teeth, you were right for us!
Birds on high lifting the heaviness of our heart
the deep azure that we loved!
They are gone, they are gone.
July with the bright shirt
and stony August with its small uneven steps

Temples in the shape of the sky
and beautiful girls
with the grape in their teeth, you were right for us!
Birds on high lifting the heaviness of our heart
the deep azure that we loved!
They are gone, they are gone.
The Maestro with his pointy sandal and the thoughtless
Greek with his slanting red banners.
They are gone, they are gone
and deep beneath the earth clouds gathered, throwing up black gravel
and thunder, the rage of the dead
and slowly moaning in the wind
they came back with their chests thrust out
fearsome statues of rock.

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεύει: Αντρέας Κουλουμπής

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδίας μας ψηλά μηδενίζοντας και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά, των βράχων τ’ αγάλματα!

Wind of the All Holy One*
- Odysseas Elytis
In one hand’s-breadth of sea you tasted of the bitter pebbles
Two o’clock in the morning, strolling through the deserted August
You saw the moonlight walking with you
Lost footstep. Or if it was not in its place, the heart
It was the memory of the earth with the beautiful woman
The wish which longed, within the bosom of the basil
For the wind of the All Holy One to blow on it!
Hour of night! And the north wind flooded with tears
Just now the heart shivered in the squeezing of the earth
Naked beneath the constellations of her silent trees
You tasted of the bitter pebbles in the depths of the dream
The hour in which the clouds let loose their sails
And without any apology from the sin, it traced
On its first flesh the weather. You can still see
Before the initial fire the loveliness of the sand
Where you played your oath and where you had the blessing
Hundred-petalled, open to the wind of the All Holy One!

(translation: Eva Johanos
*All Holy One- “Panaghia”- usual name for the Virgin Mary)

Άνεμος της Παναγίας

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω απ’ τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων

Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν απ’ την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

ΕΛΥΤΗΣ

I don’t know the night anymore
poetry: Odysseas Elytis
music: Yiannis Markopoulos

I don’t know the night anymore, the frightful anonymity of death;
in my innermost soul there hangs a fleet of stars.
Evening star, guardian, shine beside, in the heavenly
breeze of an island which dreams of me
so I may announce the dawn from its high rocks
with my two eyes in an embrace they sail you with the star
of my right heart: I don’t know the night anymore.

I don’t know anymore the names of a world which rejects me.
Clearly I read the potsherds, the leaves, the stars.
My enmity is needless on the roads of the sky
unless it is my dream which looks at me again
with tears to cross the sea of immortality
Evening star, beneath the curve of your gold fire,
the night which is only night I don’t know anymore.

(translation: Eva Johanos)

Δεν ξέρω πια τη νύχτα
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Πασπαράκης

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου,
στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί
αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται.
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα.
Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού
εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο που με ξανακοιτάζει
με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου,
τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

“A late afternoon in the Aegean contains joy and sorrow in such exact doses that in the end only the truth remains.”
-Odysseas Elytis
(translation: Eva Johanos)
Ενα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και την λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια…

Οδυσσέας Ελύτης

Marina of the rocks

You have a taste of tempest on your lips—But where did you wander
All day long in the hard reverie of stone and sea?
An eagle-bearing wind stripped the hills
Stripped your longing to the bone
And the pupils of your eyes received the message of chimera
Spotting memory with foam!
Where is the familiar slope of short September
On the red earth where you played, looking down
At the broad rows of the other girls
The corners where your friends left armfuls of rosemary.

But where did you wander
All night long in the hard reverie of stone and sea?
I told you to count in the naked water its luminous days
On your back to rejoice in the dawn of things
Or again to wander on yellow plains
With a clover of light on you breast, iambic heroine.

You have a taste of tempest on your lips
And a dress red as blood
Deep in the gold of summer
And the perfume of hyacinths—But where did you wander
Descending toward the shores, the pebbled bays?

There was cold salty seaweed there
But deeper a human feeling that bled
And you opened your arms in astonishment naming it
Climbing lightly to the clearness of the depths
Where your own starfish shone.

Listen. Speech is the prudence of the aged
And time is a passionate sculptor of men
And the sun stands over it, a beast of hope
And you, closer to it, embrace a love
With a bitter taste of tempest on your lips.

It is not for you, blue to the bone, to think of another summer,
For the rivers to change their bed
And take you back to their mother
For you to kiss other cherry trees
Or ride on the northwest wind.

Propped on the rocks, without yesterday or tomorrow,
Facing the dangers of the rocks with a hurricane hairstyle
You will say farewell to the riddle that is yours.

Η Μαρίνα των βράχων
-Οδυσσέας Ελύτης

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Xίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
- Μα πού γύριζες;
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.
Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο
άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο.

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

The Kite
Odysseas Elytis
(Elly Lambeti reading)

However, I was made to be a kite.
Heights thrilled me even when
I stayed face down on my pillow
punished for hours and hours.
I felt my room ascend
I was not dreaming- it ascended
I was afraid and I liked it.
It was that which I saw how can I say it
something like 
“memory of the future”
all trees which were leaving, mountains which were changing their view
little geometric villages with curly forests
like adolescents- I was afraid and I liked it
to just touch the bell tower
to caress the church bells like orchids and lose myself…
People with parasols passed diagonally
and smiled at me;
sometimes they knocked on the window: “miss”
I was afraid and I liked it.
They were the “people on top” that’s what I called them
they were not like the “bottom” ones;

there were generations of them and many held in their hands a gardenia
some half-opened the door of the balcony
and put strange music on the record-player.
It was- I remember- “Annette with the sandals”

“The geyser of Spitsbergen”
the “Fruit we did not bite, May will not come to us”

(yes, I remember others, too)

I say it again- I was not dreaming
suddenly that “Open halfway your clothing and I have a bird for you.”
He had brought it to me, the Knight-bicyclist
one day when I sat and pretended to read-
his bicycle with extreme care
he had leaned on the side of my bed;
afterwards he pulled the string and I blew up into the air

they shone, my colorful undergarments

I looked at how transparent they become, those who love
tropical fruits and kerchiefs of faraway Epirus;
I was afraid and I liked it
my bedroom ascended
or I- I have never understood it.

I am made of porcelain and magnolias
my hand comes from the most ancient Incas
I slide between doors like
the most infinitesimal earthquake
which only dogs and newborn babies feel;
properly speaking I must be a monster
and yet opposition
always nourished me and that depends on
those with the pointy hats
who have hidden conversations with my mother
at night to judge.

Once
the voice of the bugle from the faraway barracks
wrapped itself around me like barbed wire and everyone around me
applauded- splinters of incredible years’
meteors, all.
At the spa next door, the faucets opened-
facedown on my pillow
I saw the springs with their immaculate whiteness which sprinkled me;
how beautiful, my God, how beautiful
down on the ground, stepped on by feet
that I hold still in my eyes
such a mourning from the distant past.

(translation: Eva Johanos)

“Χαρταετός”
Οδυσσέας Ελύτης
(Η Έλλη Λαμπέτη διαβάζει)

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν

έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη ώρες και ώρες.

Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελούσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους «κάτω»·

είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικάπ.

Ήταν θυμάμαι «Η Αννέτα με τα σάνταλα»

«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»

το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν

αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
 για σένα».

Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
 αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε

το δωμάτιο μου ανέβαινε

ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως

ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση

αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται

σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν.

Κάποτε

η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου

χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα

μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·

τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος

“Here was Europe born,”
introductory program
directed by Yiorgos Karipidis
produced by Yiorgos Sgourakis

Elytis speaking about Hellenism and the future (and past) of Europe… “Εδώ γεννήθηκε η Ευρώπη”
εισαγωγή
σκηνοθεσία Γιώργος Καρυπίδης
παραγωγή Γιώργος Σγουράκης

We walked in the fields all day…
- Odysseas Elytis

We walked in the fields all day
With the women, the suns, our dogs
We played we sang we drank water
Fresh as it leapt out from the centuries
In the late afternoon for one moment we sat
And we looked each other deeply in the eyes.
A butterfly flew from our breasts
It was whiter
Than the small white branch of the edge of our dreams
We knew that it was never to be extinguished
How it had no memory of what worms it pulled

In the evening we lit a fire
And we sang around and around:

Fire beautiful fire don’t pity the logs
Fire beautiful fire don’t reach to the ash
Fire beautiful fire burn for us
tell us life.

We call her life, we grab her by the hand
We look at her eyes which look back at us
And if what intoxicates us is a magnet, we recognize it
And if that which hurts us is bad, we have felt it
We call her life, we go forward
And we bid farewell to the birds which are migrating.

We are of a good generation.

(translation: Eva Johanos)

Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα…
– Οδυσσέας Ελύτης

Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα
Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας
Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό
Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες
Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε
Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια.
Μια πεταλούδα πέταξε απ΄ τα στήθια μας
Ήτανε πιο λευκή
Απ΄ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας
Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές
Πως δε θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε

Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:

Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
λέγε μας τη ζωή.

Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ΄ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό, τόχουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε.

Είμαστε από καλή γενιά.

Manos Katrakis reading Elytis, 1977
‘Third reading
The Great Exodus*

In those days the boys met together secretly and, because bad news kept increasing in the capital, took the decision to get out into the streets and squares with only one thing remaining to them: a hand’s length of space beneath their open shirts, with the black hair and the sun’s little cross. Where Spring had its state and its authority.

And because the day was near when the nation celebrated the other Rising, they chose that day for the Exodus. And they went out early into the sunlight, with their fearlessness unfurled wide as a flag, the young men with swollen feet they called bums. And they were followed by many men and women and the wounded with their bandages and crutches. And suddenly you could see their faces so lined, that you might think many days had gone by in a short hour.
The Others, however, hearing of such audacity, were upset exceedingly. And calculating their possessions with their eyes three times, they took the decision to get out into the streets and the squares with only one thing remaining to them: an arm’s length of fire beneath the iron, with the black gunbarrels and the sun’s teeth. Where neither shoot nor blossom ever shed a tear. And they fired at random, their eyelids shut in despair. And Spring possessed them. As if there were no other road on the entire earth for Spring to take except this one, and speechless they had taken the same road, gazing far off, beyond the edge of hopelessness, at the Serenity that they would become, the young men with swollen feet they called bums, and the men and women and the wounded with their bandages and crutches.
And many days went by in one short hour. And the beasts slaughtered many, and arrested others. And the next day they put thirty men against the wall.

-Odysseas Elytis

*”The Heroic Dead.” This piece describes the first important resistance to the Nazis in occupied Athens, occurring on March 25th (Independence Day), 1942, when students brought laurel wreaths to 1821 War of Independence heroes.’ (from ‘The Collected Poems of Odysseus Elytis,’ translated into English by Jeffrey Carson and Nikos Sarris; Johns Hopkins University Press, 2004. For educational purposes only.)

Ανάγνωσμα τρίτο
Η μεγάλη Έξοδος*
[Οδυσσέας Ελύτης, αφήγηση Μάνος Κατράκης, 1977]

Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήν ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.

Καί ἐπειδή σίμωνε ἡ μέρα πού τό Γένος εἶχε συνήθειο νά γιορτάζει τόν ἄλλο Σηκωμό, τή μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιά τήν Ἔξοδο. Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στόν ἥλιο, μέ πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη τήν ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες. Καί ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, καί γυναῖκες, καί λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια. Ὅπου έβλεπες ἄξαφνα στήν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν. Καί φορές τρεῖς μέ τό μάτι ἀναμετρῶντας τό ἔχει τους, λάβανε τήν ἀπόφαση νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες, μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, μέ τίς μαῦρες κάνες καί τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δέν ἔβγαλαν. Καί χτυπούσανε ὅπου νά ‘ναι, σφαλῶντας τά βλέφαρα μέ ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.

Καί περάσανε μέρες πολλές μέσα σέ λίγην ὥρα. Καί θερίσανε πλῆθος τά θηρία, καί άλλους ἐμάζωξαν. Καί τήν άλλη μέρα ἐστήσανε στόν τοῖχο τριάντα.

(*γραμμένο για τα γεγονότα της 25 Μαρτίου, 1942, και η αντίσταση των φοιτητών εναντίον τους ναζί.)

see also / να δείτε επίσης

Yannis Markopoulos [composer] / Γιάννης Μαρκόπουλος

I don’t know the night anymore

Dimitris Papadimitriou [composer] / Δημήτρης Παπαδημητρίου

Everything was taken by the summer
The grievance

Mikis Theodorakis [composer] / Μίκης Θεοδωράκης

It is worthy
Magic
Marina
Sun of justice

Michalis Tranoudakis [composer] / Μιχάλης Τρανουδάκης

The Virgin of the cemeteries

Katerina Fotinaki [singer-songwriter] / Κατερίνα Φωτεινάκη

Sun of justice

Dimitris Lagios [singer-songwriter] / Δημήτρης Λάγιος

Beautiful and strange country
A human being does not need much
Mad ship

Nena Venetsanou [singer-songwriter] / Νένα Βενετσάνου

Little witch

Nikos Xydakis [singer-songwriter] / Νίκος Ξυδάκης

The gleaming stars all about
What do I desire

Matoula Zamani [singer-songwriter] / Ματούλα Ζαμάνη

The “what” and the “um”

Grigoris Bithikotsis [male vocalist] / Γρηγόρης Μπιθικώτσης

One is the swallow
With a star for a lamp

Marios Frangoulis [male vocalist] / Μάριος Φραγκούλης

The swallow is but one single swallow

Yiannis Kotsiras [male vocalist] / Γιάννης Κότσιρας

Beautiful and strange country
With the shimmer of the star

Vassilis Lekkas [male vocalist] / Βασίλης Λέκκας

Small green sea

Pantelis Thalassinos [male vocalist] / Παντελής Θαλασσινός

Beautiful and strange country

Michalis Violaris [male vocalist] / Μιχάλης Βιολάρης

The cicadas
The dolphin-girl

Eleftheria Arvanitaki [female vocalist] / Ελευθερία Αρβανιτάκη

Everything was taken by the summer
The gleaming stars all about
I told you about the clouds

Soula Birbili [female vocalist] / Σούλα Μπιρμπίλη

The cricket
Marina

Alkistis Protopsalti [female vocalist] / Άλκηστις Πρωτοψάλτη

The song of the archipelago

Maria Soultatou [female vocalist] / Μαρία Σουλτάτου

The cricket

Dora Yiannakopoulou [female vocalist] / Ντόρα Γιαννακοπούλου

Of the small north wind

Maria Dimitriadi & Nikos Androulakis [duets & more] / Μαρία Δημητριάδη & Νίκος Ανδρουλάκης

Down on the little threshing-floor of the daisy

Kaiti Thymi & Grigoris Bithikotsis [duets & more] / Καίτη Θύμη & Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Between Syros & Tzia

Ochra Speirochaiti [rock group] / Ωχρά Σπειροχαίτη

The song of Maria Nefeli

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>